έχουμε μαζί μας τον Andy Gray, περιμένουμε και τον Gary Lineker

•26 Ιουνίου, 2010 • Σχολιάστε

Μεταφερόμαστε στον παλιό τον καναπέ που είχε μονίμως πρόβλημα και τα μαξιλάρια έπεφταν και με εκνεύριζε το θέμα, και στο 46′ ο Ronaldo ανοίγει το σκορ και ξενερώνω το σύμπαν διότι ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τα παιδιά θαύματα και όλες αυτές τις δημοσιογραφικές αναφωνήσεις. Ειδικά όταν στην αντίπαλη ομάδα αγωνίζεται ένας από τους ελάχιστους παίχτες που αισθάνομαι πραγματικά τυχερός που «πρόλαβα» (πρόλαβα!) να δω. Ο μεγάλος, ο απίστευτος ποδοσφαιριστής, ο Dennis Bergkamp. Βρισκόμαστε στο 1998 και φυσικά στον πρώτο ημιτελικό, όπου η μέτρια Βραζιλία των φαντεζί Ριβαλντορονάλντων κοντράρει στα ίσια την πορτοκαλί αγαπημένη μου. Το μαξιλάρι στα σίγουρα έπεσε μια και καλή όταν ο (από πάντα και για πάντα) νέος ταλέντος Patrick Kluivert στο τέλος του αγώνα αποφασίζει να ισοφαρίσει. Ούρλιαξα το ίδιο, όσο είχα κάνει δύο χρόνια πριν, όταν o Βαζέχα έκανε εκείνο που όλη η Ελλάδα ξέρει τι είναι και το οποίο δεν θα επαναλάβω. Δυστυχώς ο Ronald De Boer και (νομίζω) ο Cocu μου πήραν σύντομα την χαρά με δύο χαμένα penalties, και έστειλαν την αντιπάθεια 1 να παίξει με την αντιπάθεια 2, η οποία αντιπάθεια 2, την επόμενη νύχτα, και ενώ βρισκόμουν στο party του Σπύρου, νικούσε άδικα την κροατική αρμάδα του αιώνιου (ακόμα και σήμερα, είμαι βέβαιος) μεταγραφικού στόχου του Παναθηναϊκού, Davor Suker. Οι κάτω ήταν γάλλοι (στην πραγματικότητα, και όχι απλά οπαδοί) και χοροπηδούσαμε σαν μαλάκες για να τους διαλύσουμε τα νεύρα. Σε ένα σουβλατζίδικο στα Στύρα στην Εύβοια, και με μόνιμη συντροφιά τον (από πάντα) πουσταρά Ricky Martin, παρέα με τον παππού μου, λίγες μέρες μετά, έβλεπα την αντιπάθεια 2 να ξεβρακώνει την αντιπάθεια 1 και δεν παρουσίαζε ενδιαφέρον το θέμα, η Ολλανδία είχε αποκλειστεί και ο Dennis Bergkamp δεν θα σήκωνε το μουντιάλ. Η Βραζιλία θα έπαιρνε μια άτυπη ρεβάνς, από γειτονική ευρωπαϊκή χώρα, τέσσερα χρόνια μετά, και πάλι με τον Ronaldo, έδινα πανελλήνιες και ξυπνούσα το πρωι πριν δώσω για να βλέπω τους αγώνες, τότε υποστήριζα την Αγγλία (θα θυμάστε πως η Ολλανδία δεν είχε καν προκριθεί), και από τότε είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν τα εκάστοτε μουντιάλ (αυστηρά αυτά, διότι αυτά με εξίταραν σαν διοργάνωση) θα ήταν αυτό που φανταζόμουν ως σημείο αναφοράς των στερνών των νιάτων μου. Και σε τι φάση θα με έβρισκε το επόμενο. Και πότε επιτέλους θα υποστήριζα στα αλήθεια κάποιον στον τελικό. Πράγμα που φυσικά δεν συνέβη το 2006, που η αντιπάθεια 3 νικούσε απλά την αντιπάθεια 2 και λέγαμε πως άντε, το 2010 να το σηκώσει κάποιος σοβαρός. Δεν θα πάει βαθιά η περιγραφή, αλλά η κάθε περίοδος μουντιάλ είναι η σοβαρότερη περίοδος κάθε τετραετίας και το ξέρω πως δεν το γράφω σωστά, αλλά το ευχαριστιέμαι βαθύτατα όταν με πιάνω να παρακολουθώ με το ίδιο ενδιαφέρον που παρακολουθούσα ως 13χρονος τσόγλανος το 1998 ΚΑΘΕ παιχνίδι της διοργάνωσης. Συνέβαινε και το 1994, όπου απλά θυμάμαι όμως έναν speaker να λέει πως «ο κόσμος γιουχάρει την Εθνική που δεν κλέβει την μπάλα», και απορούσα που κάποιος θα μπορούσε να παραπονιέται για κάτι τέτοιο, και έβλεπα κάτι νιγηριανούς να ανταλλάσουν χαλαρές μπαλιές. Φέτος, μπορεί να μην υπήρχαν parties και χαλαρές διαθέσεις και μπυροπιτσοετσιμασαρέσει, αλλά διάολε, έχω δει περισσότερο μουντιάλ από κάθε άλλη φορά, και οι συνθήκες δεν το ευνοούσαν απλά, αλλά επιπροσθέτως το επέβαλλαν. Λίγη μπάλα, αλλά πολλή ατμόσφαιρα. Και το φετινό είναι ο ορισμός του σημείου αναφοράς, και οι αντιπάθειες 2 & 3 πήραν τον πούλο που έπρεπε να πάρουν, και η Ολλανδία φέτος δεν είναι η συγκινητική ομάδα του ’98, και δεν με καίει και τόσο το ζήτημα, αλλά το ενδιαφέρον σταθερά αμείωτο. Πάλι δεν υποστηρίζω κάποιον, και σίγουρα όχι ψυχαναγκαστικά την Αγγλία, αλλά μιας και έχουμε επίκαιρη την πρόκριση της Ουρουγουάης στους οκτώ, αυτή την ομάδα την βλέπω σίγουρα ημιτελικό, το υπογράφω, και θα υποστηρίξω σθεναρά σε περίπτωση που λεμετώρα πάει για τα πολλά.

Η μουσική υπόκρουση όλων αυτών, είναι μονάχα δύο albums, γιατί εδώ που τα λέμε δεν χρειάζονται άλλα albums. To «Deth Red Sabaoth» του Glenn Danzig είναι η επιστροφή του σε υπερτραγούδια, και η Φωνάρα του παίζει παντού και όλη την ώρα. Έξι χρόνια μετά από κομμάτια σαν το «Netherbound» χρειαζόταν κάτι μεγαλειώδες, και νάτο, υπάρχει, είναι dethred sabaoth και είναι θεϊκό. Δεύτερο έρχεται το υπερalbum «Rebel Within» του Hank Williams III, εγγονού του Hank Williams. Αυτό έχει καταπληκτικά τραγούδια, είναι το πιο original νέο πράγμα στην country που θα βρείτε οπουδήποτε, φρέσκο, δυνατό, heavy metal και ασχολείται με τα θέματα που πρέπει να ασχολείται κανείς ένα καλοκαίρι, και ειδικά σε «σημείο αναφοράς VM» καλοκαίρι. Δεν χρειάζεται άλλη μουσική. Περισσότερα μουσικά και ποδοσφαιρικά νέα σε επόμενη δημοσίευση, και μην αρχίζετε να γράφετε στα κόμμεντς για την Ελλαδάρα που αδίκως αποκλείστηκε. Με ανησύχησε, αλλά τελικά αποκλείστηκε. Δεν θα άντεχα να βλέπω περισσότερους καβλοπίθηκες να πανηγυρίζουν, από όσους ανθρώπους κατέβηκαν σε πορείες και απήργησαν για το ΔΝΤ και τα εργασιακά, δεν θα το άντεχα, η Ελλάδα έπρεπε να αποκλειστεί όσο ήταν καιρός, και ευτυχώς τίποτα δεν πήγε στραβά, υγεία και αγάπη σε όλους παιδιά.

roots and branches

•23 Ιουνίου, 2010 • Σχολιάστε

Πολλές φορές συνειδητοποιώ ότι είμαι «καταδικασμένος» όταν σκέφτομαι τη μουσική να επιστρέφω στους Ulver. Όσο και αν μου αρέσει να τους κοροϊδεύω τελευταία για τις εμπορικές αποφάσεις τους και για τις «live» απόπειρές τους, δεν ξεχνώ ότι έχουν ορίσει τη μουσική μου κατεύθυνση μάλλον περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μουσικό σχήμα. Ρίχνοντας μια ματιά στους φετινούς δίσκους που με ενθουσίασαν φέτος (και όχι μόνο), μπορεί να παρατηρήσει κάποιος τα παρακάτω ονόματα: Daniel Bjarnason, Valgeir Sigurdsson, Fjordne, Erik Enocksson, Anna Rose Carter, Scott Tuma, Olafur Arnalds, Rafael Anton Irisari, Nils Frahm, με κορυφαία ίσως την περσινή ανακάλυψη της ύπαρξης του Ben Frost. Δεν είναι εντελώς ανούσιο name dropping αυτό, ούτε πιθανότατα είναι μόνο αυτοί οι μουσικοί. Κοινό σημείο όλων αυτών; Αγαπάνε τη χρήση του μινιμαλισμού στην δημιουργία τους. Ως αποτέλεσμα, αγαπάνε τον Arvo Part. Και εδώ επιστρέφουμε στους Ulver.

Πριν μπόλικα χρόνια λοιπόν, πρέπει να ήταν περίπου την περίοδο του «Metamorphosis», σε ένα από τα ημιεπίσημα site που αναδύονταν κατά καιρούς και μετά εξαφανίζονταν αφού δεν τα ανανέωνε κανένας, ο μετέπειτα επίδοξος rock star Kristoffer Rygg είχε αναρτήσει μια λίστα με essential δίσκους του. Γενικά δεν δίνω μεγάλη σημασία σε λίστες μουσικών, αλλά πάντοτε υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Μη με ρωτήσετε όλους τους δίσκους, έχουν περάσει χρόνια, έχουμε γεράσει και έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε, αλλά δυο δίσκοι έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου γιατί ακόμα πιστεύω ότι είναι από εκείνες τις στιγμές που η μουσική σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Το ένα ήταν το «The rough dancer and the cyclical night» του Astor Piazzolla. Γι’ αυτό θα μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή. Το άλλο ήταν το «Berliner Messe». Κάποιος πιθανότατα θα σκεφτεί ότι «από τους Ulver περίμενες να μάθεις τον Part και τον Piazzolla;». Η απάντηση δεν είναι δύσκολη υποθέτω. Οι κρίκοι που σχηματίζουν την αλυσίδα της μουσικής μας εξερεύνησεις μπορεί να είναι εξίσου ωραίοι και όταν σχηματίζουν περίεργα σχήματα, όχι μόνο όταν είναι οι αναμενόμενοι. To «Berliner Messe» έφερε το «Spiegel Im Spiegel» και το «Ful Alina» (διασκευή στο ομώνυμο του τελευταίου θα βρείτε και σε μια από τις τελευταίες κυκλοφορίες του Rafael Anton Irisari που προανέφερα). Αυτά έφεραν το «Miserere» και το «Kanon Pokajanen». Και η ιστορία συνεχίζεται.

Να τα ακούσετε αυτά. Όπως να ακούσετε και το καινούριο album των A Forest Of Stars. Αυτά για τώρα καθώς το κουράγιο εγκαταλείπει και οι μέρες προβλέπονται δύσκολες. Τουλάχιστον έχουμε τον Arvo.

fourfourfuckintwo

•18 Ιουνίου, 2010 • 2 Σχόλια

α πο γο η τευ ση

Είμαι ένα βήμα πριν να ανεβάσω μακροσκελέστατο κείμενο για την απογοητευτική εικόνα της Μητέρας Πατρίδος Αγγλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο αλλά δε θα το κάνω για να μπορώ δίχως τύψεις να κράζω τους άλλοι όταν ανεβάζουν μακροσκελέστατα κείμενα για μπλακμέταλ φασιστάκια. Σεβαστά τα ακατανόητα κολλήματα του καθενός εδώ μέσα αλλά έως ενός σημείου, το αναγνωρίζω και προχωρώ, μπορείτε να κοιμηθείτε ήσυχοι χωρίς να μάθετε ποτέ την αλήθεια για τον Καπέλο και τους προκλητικά ακριβοπληρωμένους παιχταράδες του.

Σε ένα μήνα περίπου, στο Gagarin, θα εμφανιστεί ένα συγκρότημα που το μισό SDM περίμενε πολύ καιρό να δει live. Κρίμα που το Regulator δεν αποτελεί μέρος των setlist των Clutch

Sorry Matt Elliott…

•8 Ιουνίου, 2010 • 2 Σχόλια

…αλλά φέτος το Sonic Death Monkey είναι σε περίεργη διάθεση. Άλλες φορές θα συζητούσαμε μέρες επί ημερών για το Synch και για διάφορα άλλα, αλλά τώρα μετά δυσκολίας μπορούμε να συζητήσουμε για το τι θα φάμε το βράδυ. Έχουμε αρχίσει να παίρνουμε και τα ξένα και, δυστυχώς, όχι για διακοπές. Οι υπόλοιποι βολοδέρνουμε στην παράδοξα βροχερή Αθήνα, ψάχνοντας δώρα για γάμους και αναζητώντας την ηρεμία μας.

Sorry Matt Elliott, έχεις και εσύ τα δίκια σου που πήρες την κιθάρα σου και ήρθες να παίξεις live στην Ελλάδα, μόνο και μόνο για να αντικρίσεις απέναντί σου κάτι τύπους που θέλουν να πηγαινοέρχονται όσο παίζεις και να μαλώνουν, είτε γιατί έχει πολύ φως στο χώρο, είτε γιατί δεν έρχει αρκετό. Εσύ όμως το έκανες το καθήκον σου και με το παραπάνω και μας χάρισες μια από εκείνες τις βραδιές που θα συζητούσαμε για καιρό (αν συζητούσαμε γενικώς). Παραδεχόμαστε όμως την ισότητα του indie κοινού με οποιαδήποτε άλλη μουσική φυλή σε καθυστέρηση και ενόχληση των υπολοίπων.

Sorry Matt Elliott, αλλα οι Alva Noto/Blixa Bargeld αποφάσισαν να μην μας τιμήσουν με την παρουσία τους φέτος. Το Sonic Death Monkey εκφράζει τη συμπαράσταση του στον αγαπητό μουσικόφιλο που έκοβε βόλτες στην Τεχνόπολη περιφέροντας την Einsturzende Neubauten μπλούζα του με περήφανη απογοήτευση. Δεν στενοχωρήθηκα και πολύ πάντως, καθώς το τριαντάλεπτο set του Fennesz ήταν ανεπανάληπτο.

Sorry Matt Elliott, αλλά για μια στιγμή δεν σε συμπαθούσα και τόσο, σκεπτόμενος ότι με έκανες να χάσω τους Fuck Buttons, που μου είπαν ότι ήταν πολύ ωραίοι και δεν τους είδα γιατί προτίμησα εσένα. Δεν μπορούσες να ζητήσεις από τους διοργανωτές να σε βάλουν την ίδια ώρα με τους Aethenor; Να μια μπάντα που δεν θα λυπόμουν να έχανα. Αδιάφοροι ημι-αυτοσχεδιασμοί, με έναν O’ Sullivan και έναν Noble να προσπαθούν να το διασκεδάσουν, έναν O’ Malley να αυνανίζεται σε wannabe Bailey-ικές κιθαρωδίες και έναν Garm που μάλλον ήρθε στην Ελλάδα μόνο για να μιλήσει με τον κύριο Παππά, καθώς στη σκηνή σίγουρα δεν έκανε τίποτα. Α, που και που, προσπαθούσαν να rock-άρουν κιόλας, για να ξεσηκώσουν το μίγμα drone-ο-avantgarde-ίζοντων και ulver-όφιλων οπαδών. Ρε φέρτε τους Head Control System και αφήστε τις μαλακίες. Ή έστω κάντε ένα reunion των Teeth Of Lions Rule The Divine.

Sorry Matt Elliott, αλλά για λίγο ξέχασα τις ευαισθησίες μου, αυτές που θα έψαχνα αργότερα μαζί σου, και έκατσα και είδα λίγο και την Peaches. Πάντα αρκετά αδιάφορη μουσικά, αλλά ομολογουμένως, αρκετά εντυπωσιακή live, έστω και με έναν ελαφρώς επιτηδευμένο «θα σας δείξω ότι έχω περισσότερα αρχίδια από εσάς» τρόπο. H κυρία Nisker ξέρει να κάνει το σόου της όμως, ξέρει να ξεσηκώνει τον κόσμο και να τον κάνει να χορεύει, ακόμα και όταν αποδεικνύεται γιά για τους ώμους μας. Εγώ δηλώνω συμπάθεια, αν και δεν πρόκειται να την ξανακούσω στη ζωή μου.

Sorry Matt Elliott, αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία ούτε στους Get Well Soon που μου φάνηκαν λίγο νερόβραστοι και βαρετοί, ούτε στους No Profile, το garage των οποίων μου φάνηκε συμπαθές για δυο κομμάτια αλλά μετά από λίγο το βαρέθηκα. Ακόμα πιο sorry για το γεγονός ότι δεν κάθισα να δω και τους επόμενους, αλλά την επόμενη μέρα δούλευα και δεν είμαστε και 18 χρονών πια. Πάντως εκείνο το μισάωρο που κάτσαμε μετά στο τραπεζάκι και τα λέγαμε ήταν πολύ ωραίο.

Sorry Matt Elliott, αλλά το φετινό Synch δεν μπόρεσε παρά να μου αφήσει μια αίσθηση λίγο φτωχή. Ίσως γιατί μας είχαν καλομάθει τις προηγούμενες χρονιές και είχαμε ψηλές απαιτήσεις, ίσως γιατί οι συνθήκες δεν μας άφησαν να το ευχαριστηθούμε όσο θέλαμε. Διατηρούμε πάντως την σιγουριά ότι το ραντεβού μας θα ανανεωθεί και του χρόνου, εκτός και αν η φίλη οικονομική κρίση έχει άλλη άποψη.

Sorry Matt Elliott, που δεν έχουμε μιλήσει περισσότερο για μουσική τώρα τελευταία. Βγήκαν και πολλά ωραία πράγματα και δεν έχουμε προλάβει να τα πούμε όσο θα θέλαμε. Για μια περίοδο άκουγα συνέχεια νέους δίσκους από αγαπημένους των υπολοίπων του blog και τους απολάμβανα απίστευτα. Paul Weller, Dead Weather, Holy Fuck, Black Keys, έβγαλαν εξαιρετικότατους δίσκους τον τελευταίο καιρό. Θα σας τα πουν και οι υπόλοιποι αν ξεσαπισουν κάποια στιγμή υποθέτω.

Sorry Matt Elliott αλλά είχαμε και δυο ψιλοαπογοητεύσεις αυτές τις μέρες. Μια από τους LCD Soundsystem (αν και θέλω να το ξανακούσω) και μια από τους Hell Militia (τι να τα κάνουμε τα mid-tempo, εμείς θέλουμε χυμαδιό). Στην αντίπερα όχθη όμως μου άρεσε πάρα πολύ το «Dandelion» του Scott Tuma (συνθέτης με θορυβώδεις αλλά και μελωδικότατες μινιμαλιστικές τάσεις – μαγευτικό ως ατμόσφαιρα αλλά και ως συναίσθημα), η minimal electronica του «Opal Island» των Konntinent, αλλά και το heavy rock του «…Sun, Broken…» των Mugstar. Επίσης να κάνετε ό,τι μπορείτε για να ακούσετε το «What We Lose In The Fire We Gain In The Flood» των The Mynabirds. Επίσης, ακούγοντας, αυτές τις μέρες στο δρόμο το τελευταίο 65daysofstatic κατέληξα στο συμπέρασμα ότι είναι υπερ-καταπληκτικό album, ξεσηκωτικό και ατμοσφαιρικό σχεδόν ταυτόχρονα.

Sorry Matt Elliott, αλλά κάπου εδώ ήρθε η ώρα να σκάσω. Ελπίζω να ξυπνήσουμε στο άμεσο μέλλον. Αλλά έρχεται και το μουντιάλ και δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες.

Our die was cast in better days
But the compass points are all erased
And so we’re forced to drift for days
Looks like this ship is lost again

latest headlines

•31 Μαΐου, 2010 • 1 σχόλιο

..στην σπάνια εκείνη περίπτωση όπου ο Bryn Jones είναι τουλάχιστον το ίδιο επίκαιρος με τους Profanatica.

όταν δεν έχεις πια λόγια να περιγράψεις το αίσχος, κάπου τότε βάζεις τα youtube τα links.

I’ve got nothing ma’, to live up to.

•31 Μαΐου, 2010 • Σχολιάστε

Ένα από τα αγαπημένα OST γενικά αλλά ειδικά αυτό το κομμάτι σε εκτέλεση του Roger McGuinn.

And if my thought dreams could be seen
they’d probably put my head in a guillotine
But it’s alright ma’,
it’s life and life only.

Ray

•28 Μαΐου, 2010 • Σχολιάστε

Η εννιάχρονη Πόλλυ με κοίταξε με βλέμμα φοβισμένο καθώς της ζήτησα να μου πει την άσκηση. Καμία απάντηση από την εννιάχρονη. Μόνο εκείνο το φοβισμένο, παγωμένο βλέμμα σαν να της ζήτησα να αποκεφαλίσει την αγαπημένη της κούκλα. Τα φωνάζω καλικατζαράκια όταν μπαίνω μέσα στην τάξη και με φωνάζουν «Κυρία Καλικατζαρίνα» και γεμίζουν το κεφάλι μου με εκείνα τα παιδικά, άπειρης διάρκειας γέλια που εύχεσαι να μην τελειώσουν ποτέ. Παγωμένη η Πόλλυ συνεχίζει να βυθίζεται στην σιωπή της. Συνεχίζω να την περιμένω.
Πριν από μερικούς μήνες μου είπε η μάνα της πως παίρνει χάπια γιατί την πιάνουν άγχη την μικρή και άρχισαν να της πέφτουν τα μαλλιά. Η Πόλλυ συνεχίζει να με κοιτάει παγωμένη. Πες μου αγάπη μου. Με κοιτάει. Της γνέφω ήρεμα. Και εκεί έρχεται η αποστομωτική απάντηση βουτηγμένη στην απελπισία: «Κι αν το πω λάθος;»
Είναι αλήθεια πως ζούμε σε έναν κόσμο σύμφωνα με του οποίου τους κανόνες υπάρχουν τα σωστά και τα λάθος και ένα ταπεινό ένστικτό μας σπρώχνει πάντα προς το σωστό. Όταν κατά τη διάρκεια της εξέτασης μιας τάξης των οποίων τα μέλη ήταν αρκετά μεγαλύτερα σε ηλικία από την Πόλλυ, έβαλα να παίζει χαμηλόφωνα Miles Davis και ξέχασα κατά λάθος το CD στο κασετόφωνο με αποτέλεσμα να το βρει μια άλλη (σωστή;) καθηγήτρια και να με ρωτήσει, μα τί κάνεις σε αυτή την τάξη, ένιωσα σαν να περνάω κάποιου είδους εξέταση και εγώ. Κατέφθασε όμως η αντίδραση των παιδιών κατά τη διάρκεια του μαθήματος για να με βάλει στη θέση μου, όταν με βλέμμα έκπληκτο, συνειδητοποίησαν και εξέφρασαν πόσο χαλαρωτικό είναι αυτό που ακούμε και τί είναι κυρία, πρώτη φορά μας βάζουν μουσική κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Φυσικά δεν ήξεραν τί ή ποιός ήταν ο Miles Davis (μια από τις μαθήτριές μου πιστεύει ακόμα πως ο μοναδικός Πόλεμος των Άστρων που υπάρχει είναι τηλεοπτική σειρά του Αντέννα). Τί σημασία έχει το κατά πόσο γνωρίζουν τί ακούνε. Ο ένας με παρότρυνε τις προάλλες να ακούσω Slipknot.
Γουστάρω να ακούω τις ιστορίες τους και πότε-πότε τους βάζω κι εγώ καμιά ιστορία δική μου να ακούνε στο κασετόφωνο, για jazz τόπους που μπορεί να μην γνωρίζουν, να μην έχουν επισκεφθεί ποτέ, να πιστεύουν πως δεν τους ενδιαφέρει ποτέ να αφήσουν τον μικρόκοσμό τους, τους γονείς τους που εμπιστεύονται τυφλά για να τους επισκεφθούν έστω και για λίγο. Ζητάνε άλλες ιστορίες να ακούσουν. Η θέση μου μάλλον είναι πως μπορώ να τους δώσω να ακούσουν πράγματα που ποτέ δεν ήξεραν πως θα ήθελαν να ακούσουν.
Με αφορμή τα γενέθλια του Miles Davis την εβδομάδα που κλείνει και την επετειακή έκδοση του Bitches Brew (ψαχτείτε), ξέθαψα και λίγο Ray Charles και τις διαφορές πολυτραγουδισμένες versions του I believe to my soul. Με το κλείσιμο της σχολικής χρονιάς, παίζουν οι πρώιμες δουλειές του Charles, όπως το Asentimental Blues και Alone in the city, μια ζωντανή εκτέλεση του Georgia on my mind και κάτι άλλα ξέμπαρκα όπως το soundtrack που πάντα συγκλονίζει του Twin Peaks.
Στη συγκεκριμένη εκτέλεση του Georgia on my mind βλέπεις τις ξεκάθαρες επιρροές του Charles στον Marvin Gaye, όπως και ο ίδιος ο Gaye είχε δηλώσει κάποτε. Οι πόλεις του κόσμου που τόσο εύκολα θα μπορούσαν να δονούνται εις την αιωνιότητα υπό τους ήχους του Inner City Blues είναι οι διάφορες Georgia του Charles. Εύκολα, έστω.
Σε αντίθεση με αρκετούς συναδέλφους του ο Ray Charles έχει μια αρκετά ταπεινή ζεστασιά στην απόδοση της μουσικής του. Ίσως λόγω της σωματικής ιδιαιτερότητάς του, να ήταν και στις αρχές τις καριέρας του και ο ποιό υποτιμημένος. Δεν είχε την ορμή του του Stevie Wonder ούτε απαραίτητα την γοητευτικότατη για μένα, «χυδαιότητα» κάποιων άλλων. Ο Redding ήταν πιο τραχύς στην έκφραση του πόνου ή του πόθου, της λαγνείας. Βέβαια ο βίος του Charles, του απέφερε 12 παιδιά από 9 διαφορετικές γυναίκες και μου είναι λίγο δύσκολο να φανταστώ πως συγκρατήθηκε και δεν έγινε μουσικά, ένας ακόμα James Brown.
Κατέφθασαν απειλητικά και τα καλοκαίρια του κόσμου και με έχει πιάσει και εκείνη η εποχιακή ανησυχία. Αλλά υπόσχομαι να είμαι φρόνιμη.

Georgia, no peace I find.

The Angel of Death

•21 Μαΐου, 2010 • 3 Σχόλια

Σε δύο εκτελέσεις από τον Hank Williams. Αυτός πέθανε τριάντα ετών, σε μια εποχή όπου οι καργιόληδες γνώριζαν πολύ καλά για τι και γιατί τραγουδούσαν.

1954

In the great book of John you’re warned of the day
When you’ll be laid beneath the cold clay
The angel of death will come from the sky
And claim your poor soul when the time comes to die.

When the angel of death comes down after you
Can you smile and say that you have been true
Can you truthfully say with your dying breath
That you’re ready to meet the angel of death?

When the lights all grow dim and the dark shadows creep
And then your loved ones are gathered to weep
Can you face them and say with your dying breath
That you’re ready to meet the angel of death?

έχουμε και λέμε

•19 Μαΐου, 2010 • Σχολιάστε

λοιπόν εγώ αυτό που έχω να δηλώσω είναι πως αύριο και μετά την άλλη εβδομάδα πάλι και μετά τέλος φινίτο λα μούζικα και αντίο τα λέγαμε ψηλέ, δε θα ξαναέχει καινούριο Λοστ, δε θα ξαναέχει συζητήσεις στα μσν και σε παγκάκια και σε παρακαλώ πολύ σκάσε αν είσαι έτοιμος να πεταχτείς να πεις «ναι αλλά το Κάποια_Άλλη_Αμερικάνικη_Σειρά ήταν πιο ωραίο ή το Μια_Τρίτη_Αμερικάνικη_Σειρά είχε καλύτερο σενάριο» γιατί δεν είναι αυτό το θέμα, το θέμα είναι ότι είχα εγώ το φίλο μου το Μανώλη και άλλους δυο-τρεις και λέγαμε καμιά θεωρία για το ποιος είναι ο ένας και τι είναι ο άλλος και τι στο διάολο σημαίνει ότι στο πρώτο επεισόδιο φορούσε δαχτυλίδι ενώ στο ένατο όχι και περνούσε η ώρα όταν βαριόμασταν να πούμε για το ΜακΚάλεμπ ή τον Τσίπρα και τη νεολαία του ή ο,τιδήποτε άλλο τέλος πάντων θα λέγαμε υπό άλλες συνθήκες τις οποίες συνθήκες θα τις δούμε σε λίγο καιρό και πιο συγκεκριμένα τώρα. δηλαδή όχι τώρα αλλά σε λίγες μέρες, εντάξει.

γιατί το Λοστ (ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ!) περισσότερο από μια καλή τηλεοπτική σειρά ήταν ένα ζήτημα που απασχολούσε κάμποσο κόσμο, τι θα γίνει, ποιος είναι αυτός, τι είναι το άλλο, τα είπαμε και πριν, αλλά απασχολούνταν κοσμάκης, ίσως κάποιοι περισσότερο από όσο θα έπρεπε αλλά αυτή είναι μια διαφορετική υπόθεση. η υπόθεση λοιπόν αυτή καθ’εαυτή ήταν κάτι δευτερεύων, το ουσιαστικό είναι ότι είχες ένα θέμα αν βρισκόσουν με κάποιους εντελώς αγνώστους σε ένα κάποιο πλοίο, ένα κάποιο τραπέζι, μια κάποια κοινωνική εκδήλωση και ας είμαστε ειλικρινείς μας σώνονται -που έλεγε και η γιαγιά μου, φοβερή φράση- τα θέματα για τα οποία μπορείς να μιλήσεις με κάποιον που δεν ξέρεις και τόσο καλά πια: πως την ξέρεις τη νύφη, τα έμαθες τα καινούρια μέτρα και μετά; και μετά αν είναι αγοράκι μπάλα (αποκλείοντας μόνο για τη χάρη του επιχειρήματος το πολύ σοβαρό ενδεχόμενο να πετύχεις μπασκετικό παναθηναϊκό, τη χειρότερη φάρα, όχι λάθος, μπορεί να πετύχεις και κάποιονα «που δεν ασχολείται με αυτά πλέον», αυτή είναι η χειρότερη φάρα, μου θυμίζουν έναν ξάδερφό μου που κάποια στιγμή στα δεκάξι/δεκαεφτά μου με ένα τρομερό περιφρονητικό ύφος είχε πει «καλά, ακόμα αυτούς τους βάρβαρους ακούς, δε μεγάλωσες καθόλου;» φοβερός τύπος, πολύ είχα εκνευριστεί, ξεφεύγω όμως) και αν είναι κοριτσάκι τίποτα, είχες το Λοστ οπότε και αν ήσουν τυχερός και έβλεπε Λοστ μιλούσατε και περνούσε η ώρα.

στις 2 Ιουνίου στο Κύτταρο (!)

όταν πλέον θα έχει τελειώσει το Λοστ και δε θα έχω τι να λέω όταν οι άλλοι θα μιλάνε για το Φριντζ και θα βαριέμαι.

εσπευσμένο.

•16 Μαΐου, 2010 • 2 Σχόλια

Ήμουν πολύ μικρός όταν ο πατέρας μου, μου πρωτοέπαιζε στο πικάπ το «Rising» και το «Holy Diver», κάπου 5-6 χρονών. To «Ritchie Blackmore’s Rainbow» είναι το πρώτο εξώφυλλο που μπορώ να επαναφέρω από τα παιδικά μου χρόνια. Το κοιτούσα για ώρα, και ας ήξερα πως δεν μπορούσα να φτάσω να το βάλω να γυρίζει και να ακουστεί το κχρκχρκ και να μπει μετά το «Man on the Silver Mountain». Το έκαναν άλλοι για μένα. Και άλλοι το είχαν κάνει για αυτούς. Με τα ίδια εξώφυλλα. Ωραία φάση. Και δεν είμαστε μελοδραματικοί, ούτε μεγαλεπίβολοι, ούτε όλα αυτά.

Μια μπύρα βραδινή και ένα καλό ταξίδι.

δεκαπέντε του μάη του δέκα

•15 Μαΐου, 2010 • 2 Σχόλια

Κάθε τότε, όπως και το 1910 και το 1710 (το 1810 υπήρχε θυμάμαι ένα θέμα με τις γραφομηχανές και δεν μπορούσαμε) βγάζουμε δελτίο τύπου και σας λέμε πως όλα καλά παιδιά, να μην ανησυχείτε. Το blog δείχνει να έχει πεθάνει, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι, απλά ξεκουράζεται. Ο βασικός λόγος είναι πως δεν είναι καιρός για λόγια, και προσωπικά εγώ βαρέθηκα να μιλώ. Αυτό κρατάει συνήθως ως τα τέλη Ιούνη. Με την εξαιρεση πάντα του οχτακόσα_δέκα. Τι ωραίες εποχές που ο Ιούνης δεν ήταν η πιο καταραμένη περίοδος του χρόνου. Αλλά σιχαθήκαμε και να νοσταλγούμε εποχές ή να περιμένουμε άλλες. Ωραία είναι και τώρα.

Όλα καλά λοιπόν. Με πολύ Falco.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε