Τα #6

•15 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

800

Rustin Man – «Drift Code»

Οι δίσκοι που κυκλοφόρησαν στην αρχή της χρονιάς έχουν πάντα ένα μικρό μειονέκτημα όταν έρχεται η ώρα να σχηματιστούν οι λίστες της χρονιάς, αλλά τo “Drift Code” παίζει να είναι ο δίσκος που έχω ακούσει περισσότερο αυτή τη χρονιά, οπότε δεν κινδύνευε ποτέ η θέση του. 17 χρόνια του πήρε του Paul Webb να κυκλοφορήσει τον διάδοχο του μνημειώδους “Out Of Season”, εκείνης της μετα-Portishead συνεργασίας του με την Beth Gibbons. Στην απάντηση για το αν άξιζε η αναμονή, θα πω ότι δεν ξέρω καθώς δεν το περίμενα, ούτε είχα ιδέα για την ύπαρξή του. Το “Drift Code” όμως είναι σίγουρα ένας εκπληκτικός δίσκος, βουτηγμένος στην βρετανική μουσική παράδοση, κάπου ανάμεσα στο folk, το progressive και την ψυχεδέλεια των 70s, βγάζοντας συχνά πυκνά μια αδιανόητη Hammill-ίλα (πράγμα που μόνο θετικό μπορεί να είναι για μένα) και σίγουρα προκαλεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για τις ερμηνευτικές του ικανότητες. Οι δε ενορχηστρώσεις των κομματιών είναι ένα ποίημα, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που δεν περίμενες από μέλος των Talk Talk. Η επιφανειακή απλότητα των συνθέσεων με κάθε ακρόαση δίνει τη θέση της σε μια μυριάδα μικρο-στοιχείων που θα κάνουν τον ακροατή να το βάλει ξανά και ξανά. Από τους πιο ωραίους pop δίσκους της χρονιάς, αξιότατος διάδοχος του “Out Of Season”.

 

915pl9ozS2L._SS500_

Anais Mitchell – “Young Man In America” (2012)

Η Anais Mitchell είναι από τις σημαντικότερες νέες εκπροσώπους αυτής της μεγάλης αμερικάνικης παράδοσης folk τροβαδούρων και τροβαδούρισων και αν και παρέμεινε σχετικά obscure για μεγάλο μέρος της καριέρας της, τα τελευταία χρόνια έχει κάνει μεγάλη επιτυχία με την musical μεταφορά του “Hadestown”, του δίσκου που κυκλοφόρησε πριν το “Young Man In America”. Και αν το “Hadestown” με τους Ορφικούς του συμβολισμούς είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, το “Young Man In America” είναι σίγουρα ο καλύτερός της. Όπως όλοι οι καλοί folk μουσικοί, έτσι και η Mitchell είναι ικανότατη στο να λέει ιστορίες σε όλα τα τραγούδια της. Και αν οι ήρωες της μοιάζουν βγαλμένοι από παλιότερες εποχές, τα συναισθήματα και οι σκέψεις που εκφράζουν δεν είναι μακριά από τις δικές μας, γι’ αυτό κιόλας η μουσική της συγκινεί τόσο. Η δε φωνή της είναι ιδιαίτερη σε χροιά αλλά και εντυπωσιακή σε ένταση, που τραγούδια όπως το ομώνυμο ιδιαιτέρως ξεσηκωτικά. Ξαναβάζω να ακούσω 7 χρόνια μετά το δίσκο και δεν έχει χάσει τίποτα από τη μαγεία του. Και όσο αν το “Child Ballads” ήταν ενδιαφέρουσα σπουδή πάνω σε παλιές μπαλάντες και το “Xoa” να έδωσε μια μικρή γεύση καινούριου υλικού, αλλά ακόμα περιμένω να βγάλει επιτέλους νέο δίσκο.

Τα #7

•14 Δεκεμβρίου, 2019 • 1 σχόλιο

40iBt

Big Thief – “U.F.O.F.”

Υπάρχουν δίσκοι τους οποίους ερωτεύεσαι με τον καιρό και την επανάληψη και υπάρχουν δίσκοι που από την πρώτη φορά ξέρεις ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι αν είχα ακούσει κάτι από τους Big Thief πριν την άνοιξη και το “U.F.O.F.”, αλλά αυτός εδώ είναι ένας δίσκος που με έκανε να παραμιλάω (ή έστω να παρασκέφτομαι) από την πρώτη ακρόαση. Η φύση των Big Thief φαίνεται να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο rock και στο folk. Στο “U.F.O.F” ίσως λόγω της διάθεσης της Adrianne Lenker, είναι το δεύτερο που φαίνεται να παίρνει τα ηνία, αν και υπάρχουν αρκετές στιγμές ηλεκτρισμού και ξεσπασμάτων, οι οποίες όμως λειτουργούν, κατά κύριο λόγο, συμπληρωματικά. Τον δίσκο γενικά τον χαρακτηρίζει ένας συγκρατημένος λυρισμός, λίγο αφηρημένος, αλλά σε καμιά περίπτωση απόμακρος. Είναι από τα μεγάλα του προτερήματα το πόσο κοντά σου τον νιώθεις, ακόμα και όταν οι στίχοι του γίνονται αρκούντως αφηρημένοι. Αυτό νομίζω ότι οφείλεται εξίσου στην ερμηνεία της Lenker, στις μελωδίες της κιθάρας του Buck Meek, όσο και στον αφάνταστα νωχελική ρυθμικότητα των Oleartchik/Krivchenia. Εδώ έχουμε ένα album που δεν βιάζεται, ξέρει ότι χρειάζεται το χρόνο του αλλά δεν γίνεται και ποτέ στρυφνό. Ο δεύτερος δίσκος που έβγαλαν φέτος οι Big Thief μπορεί να μην είχε το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά αξίζει σίγουρα να ακουστεί και περιέχει ένα από τα πιο ωραία τους κομμάτια (το “Not”).

 

91cjAtu-KML._SS500_

Loyle Carner – “Yesterday’s Gone” (2017)

Το “Yesterday’s Gone” είναι ο πρώτος δίσκος μετά από δεν-θυμαμαι-και-γω-πόσα χρόνια που έμαθα επειδή άκουσα κομμάτι του στο ελληνικό ραδιόφωνο. Συγκεκριμένα ήταν το “Isle Of Arran” στους Laternative σε κάποια (βαρετή κατά τ’ άλλα) διαδρομή προς τη δουλειά. Το ντεμπούτο του Carner δεν προδίδει την ηλικία του. Μουσικά κοιτάει αρκετά προς το old school, με μπόλικες soul, funk, gospel με τα samples του και δεν έχει σχεδόν καθόλου ηλεκτρονικά στοιχεία. Οι στίχοι του επίσης είναι αναπάντεχα (χωρίς ενοχές) συναισθηματικοί και καταπιάνονται με μια πολύ σπάνια για το hip hop προσέγγιση στα θέματά τους. Αφήστε που πρέπει να είναι ο δίσκος με τα λιγότερα καντήλια στην ιστορία του hip hop. Ακόμα και όταν χαλαρώνει και φωνάζει λίγο περισσότερο, παραμένει ιδιαιτέρως μειλίχιος. Σε καμιά περίπτωση ο δίσκος δεν γίνεται νερόβραστος βέβαια, ίσα ίσα που αυτή η έμφυτη πραότητα του είναι το πιο γοητευτικό του στοιχείο. Ο ίδιος ο Carner δε διαθέτει μια εγγενή μελωδικότητα στην ομιλία του που τον διαχωρίζουν από τους περισσότερους του χώρου.  Μαζί με τους Kojey Radical και Dave (και μπόλικους άλλους λιγότερο γνωστούς) που έχουν αναφερθεί και νωρίτερα εδώ, από τις καλύτερες φουρνιές ενός μουσικού είδους.

Τα #8

•13 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

CS741970-01A-BIG

Dave – “Psychodrama”

To “Psychodrama” έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά μεγάλων δίσκων για το βρετανικό hip-hop τα τελευταία χρόνια. Πιθανώς να ακουστεί κλισέ, αλλά το ντεμπούτο του (πιτσιρικά) Dave, ακούγεται σοφό (ή και προβληματισμένο αν θέλετε) πέρα από τα χρόνια του δημιουργού του. Η αγάπη που τρέφω πλέον για το hip hop του Νησιού (σε αντίθεση με αυτό εξ Αμερικής) είναι κυρίως γιατί οι Βρετανοί μοιάζουν πιο διατεθειμένοι να κοιτάξουν προς τα μέσα στιχουργικά, χωρίς μεγαλοστομίες και αυτό παρασύρει και τη μουσική τους σε έναν πιο ζεστό, πιο οργανικό ήχο, συγκρινόμενο με την συνθετική ατμόσφαιρα των περισσότερων μεγάλων Αμερικάνων. To “Psychodrama” έχοντας θέση το πλαίσιο του ως μια συζήτηση με έναν ψυχολόγο, φαίνεται να ελευθερώνει τον δημιουργό του και να του επιτρέπει να εκφράσει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του (είτε για τον εαυτό του, είτε για τους ανθρώπους με τους οποίους σχετίζεται, είτε για την κοινωνία γενικότερα). Η παραγωγή του είναι αρκετά λιτή και αρμονική, με μεγάλη έμφαση στις μελωδίες ώστε να συντροφεύει το σκεπτικό ύφος του Dave. Βλέπω ότι μέσα στο ’19 ο Dave ακούστηκε πολύ, οπότε αναμένουμε να δούμε αν θα είναι αυτός το νέο μεγάλο όνομα του Βρετανικού hip hop.

 

61yw8sj6TzL._SL1200_

Wye Oak – “Civilian” (2011)

Ούτε και θυμάμαι που πρωτοδιάβασα για τους Wye Oak, πάντως σίγουρα τους έμαθα κατά την κυκλοφορία του “Civilian”, του τρίτου τους δίσκους. Για το ντουέτο από τη Βαλτιμόρη, μάλλον ήταν καλή εποχή να τους μάθεις με τον τρίτο τους δίσκο. Το “Civilian” παραμένει, μέχρι και σήμερα, για μένα η καλύτερή τους δουλειά με διαφορά, κυρίως γιατί εδώ φαίνεται να έχουν περισσότερα νεύρα, περισσότερο πάθος, να είναι περισσότερο θορυβώδεις από το παρελθόν και (ειδικά) το μέλλον, με αποκορύφωμα το ομώνυμο τραγούδι που είναι ένα σταδιακά αυξανόμενο ξέσπασμα μέχρι την εκστασιαστική του κορύφωση. Τα group-ντουέτα είναι σχετικά σπάνια και πολύ ενδιαφέρουσα κατάσταση, γιατί σου δίνουν την εντύπωση μιας μεγαλύτερης από το συνηθισμένο οικειότητας μεταξύ των μελών τους. Η αλήθεια είναι ότι όταν ακούς το “Civilian” ακούς ένα πολύ δεμένο ήχο, σαν να ξέρει ακριβώς ο ένας πως θα μιλήσει με τον άλλον. Και φυσικά η Jenn Wasner έχει μια από εκείνες τις ιδιαίτερα εκφραστικές indy rock φωνές που δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο. Ή τέλος πάντων κανένα που να διαθέτει καρδούλα. Κρίμα που στα επόμενα album αγάπησαν το electro και νέρωσαν πολύ το κρασί τους.

Τα #9

•12 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a1419138084_5

Boduf Songs – «Abyss Versions»

Αν κάτι χαρακτηρίζει τον Matt τον Sweet, αυτό είναι η σταθερότητα. Έχει βρει τη (μικρή) μουσική γωνιά του και την εξερευνά όλα αυτά τα χρόνια με συνέπεια και συνέχεια. Πήγε να κάνει μια μικρή αλλαγή στα δυο προηγούμενα “Burnt-up On Re-Entry” και “Stench Of Exist”, αλλά με το “Abyss Versions” επιστρέφει ολοταχώς στα γνώριμα χωράφια του παρελθόντος, μοιάζοντας ως μια απόλυτα φυσική συνέχεια του εκπληκτικού “This Alone Above All Else In Spite Of Everything”. Το δίπτυχο νωχελική, επαναλαμβανόμενη κιθάρα/ημι-ψιθυριστά φωνητικά είναι πάλι το κυρίαρχο συστατικό για να εκφράσει ο Sweet την εντυπωσιακή μαυρίλα που τον συναρπάζει όλα αυτά τα χρόνια. Ένα σιγανό drum-machine σε 2-3 σημεία δεν φαίνεται ικανό να ξεσηκώσει με το ρυθμό του το δίσκο. Από την άλλη πλευρά φυσικά, αυτό που με (μας) τράβηξε στον Sweet, είναι αυτή η, σχεδόν παραδομένη, μελωδική μονοτονία με την οποία πιάνει έναν ήχο και μοιάζει να θέλει να τον εξερευνήσει για πάντα. Νομίζω ότι λίγοι μπορούν να εκφράσουν την κούραση τόσο γοητευτικά όσο οι κυκλοφορίες των Boduf Songs. Και σε ακόμα πιο λίγους μπορεί αυτή η έλλειψη αλλαγής να γίνεται προσόν και όχι μειονέκτημα. Η γωνίτσα μπορεί να παραμένει σταθερή, τα χρώματα που τη χαρακτηρίζουν να παραμένουν μουντά, αλλά δεν γίνεται εύκολα να ξεκολλήσεις το βλέμμα από αυτή.

 

5a1c221acc4fe_3915_5472_nadine-shah-holiday-destination-600x600

Nadine Shah – “Holiday Destination” (2017)

H περιγραφή για το “Holiday Destination” θα μπορούσε να σταματήσει στην αναφορά του τρίστιχου “Since turning 30 I have become so damn broody/I see what it has done to me/And all logic goes right through me” από το “2016” ή της επαναλαμβανόμενης ερώτησης “How you gonna sleep tonight?” του ομώνυμου τραγουδιού., αλλά μάλλον θα αδικούσα το δίσκο. Το “Holiday Destination” γράφτηκε το 2016, εν μέσω πολέμων, προσφυγικών κυμάτων, ραγδαίας αύξησης του συντηρητισμού και της ξενοφοβίας και γενικά αυτής της χρυσής εποχής για τον κόσμο που ήταν το δεύτερο μισό των ‘10s. Η Shah και λόγω καταγωγής προφανώς και φαίνεται ότι ένιωσε όλη αυτή την κατάσταση άμεσα με αποτέλεσμα τη δημιουργία του καλύτερου της δίσκου, ο οποίος είναι ισόποσα έκφραση απελπισίας και κάλεσμα για αντίδραση. Στην επιτυχία του βοήθησε και το γεγονός ότι οι συνθετικές της ικανότητες μοιάζουν να είναι στο απώγειό τους, με όλα τα τραγούδια να είναι άμεσα και να συνεχίζουν να παίζουν στο μυαλό σου ακόμα και αφού σταματήσεις να ακούς το δίσκο. Και αν στις περισσότερες αναφορές επισκιάζεται η ποιότητα του indie rock της, είναι νομίζω σημαντικότερο να ακουστούν αυτά που έχει να πει. 2 χρόνια μετά σίγουρα δεν έχουν αλλάξει πολλά.

Τα #10

•11 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a0438681074_10

Echo Tides – “The Whale Boombox Anatomy”

Υπάρχουν κάποιοι δίσκοι που, ανεξαρτήτως είδους, στα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα του πρώτου κομματιού σε κάνουν να πιστέψεις ότι είσαι μπροστά σε κάτι μεγάλο. Προφανώς και το “TheWhaleBoomboxAnatomy” είναι ένας τέτοιος. Μέχρι πρότινος δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την μουσική πλευρά του Παναγιώτη Πανταζή (κατά κόσμον PanPan), μόνο με την κόμικ και τούτο το albumμάλλον με τιμωρεί για την παράβλεψη τούτη. Υπάρχουν επίσης κάποιοι δίσκοι που με έναν σχεδόν υπερβατικό τρόπο μοιάζουν φτιαγμένοι για να είναι το soundtrackτου τόπου ζωής των δημιουργών τους. Με κάθε επίγνωση θα πω ότι αυτό εδώ είναι από τα πιο Αθηναϊκά πράγματα που έχω ακούσει μετά τους StereoNova. Για κάποιον δε όπως εγώ, που συνήθως αρέσκεται σε υποτονικές μουσικές, το ότι τα ξεσηκωτικά, μπιτάτα electro-περίεργα του “WhaleBoomboxAnatomy” ακούγονται τόσο γοητευτικά είναι σχεδόν μαγική κατάσταση. Είναι σπάνιο το αίσθημα της νοσταλγίας να συνοδεύεται από βελτίωση της διάθεσης, αλλά κάθε φορά που ακούω το δίσκο σε μια τέτοια κατάσταση καταλήγω. Ελπίζω να έχει διάρκεια το σχήμα (τρομερή τραγουδίστρια επίσης η Καλλιόπη Μητροπούλου) και επίσης ελπίζω να βγει κάποια στιγμή και σε φυσικό formatο δίσκος.

 

herndon-proto

Holly Herndon – “Proto” (2019)

To be continued…

Τα #11

•10 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a2373715219_16

Mourning [A] BLKstar – “Reckoning”

Οι κολλεκτίβες σχεδόν κάθε είδους πάντα είχαν κρατημένη μια ξεχωριστή θέση στην καρδούλα μας. Οι εκ Cleveland ορμώμενοι Mourning [A] BLKstar ήρθαν φέτος να προστεθούν και αυτοί σε τούτη την κατηγορία αγαπημένων μουσικών. Αν και δεν είμαι μεγάλος φαν της νεότερη soul/funk, τούτοι εδώ έχουν φτιάξει ένα υπέροχο για τα αυτιά μου μίγμα. Πιθανολογώ ότι βοηθάει σε αυτό και η σοβαρότητα των θεμάτων που τους απασχολούν, αλλά το “Reckoning” (όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του) είναι ένας αρκετά οργισμένος δίσκος. Η οργή όμως δεν έρχεται μέσω τρομερής έντασης, αλλά μέσω μιας σκεπτικής σοβαρότητας. Παρά τα άσχημα που βλέπουν και ζουν στην καθημερινότητά τους, ο δίσκος διακατέχεται από μια πρωτόγνωρη ηχητική ζεστασιά (που αναδεικνύεται και από την εξαιρετική παραγωγή), μάλλον γιατί δεν υπάρχει πουθενά το αίσθημα της παράδοσης. Στην εκφραστικότητα της μουσικής τους μεγάλο ρόλο παίζουν και οι φανταστικές φωνές των τριών τραγουδιστών/τραγουδιστριών τους, που βγαίνουν μέσα από κλασσική soul παράδοση, ακόμα και αν η μουσική περιέχει αρκετά πιο σύγχρονα στοιχεία. Το “Reckoning” είναι από τους δίσκους που (μουσικά και θεματικά) αξίζουν να συγκαταλέγονται στους μεγάλους, αμερικάνικους δίσκους.

 

original

Susanna/Jenny Hval – “Meshes Of Voice” (2014)

Τόσο η Susanna Wallumrød, όσο και η Jenny Hval είναι από τις σημαντικότερες μορφές της δεκαετίας που τελειώνει. Ξεκινάνε από αρκετά διαφορετικά μουσικά σημεία, η Susanna πιο μινιμαλιστικά μελωδική, η Jenny πιο δυναμικά πειραματική, αλλά μάλλον αυτές οι αντιθέσεις τους, έκαναν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα τη συνεργασία και το “Meshes Of Voice” να είναι ίσως η καλύτερη στιγμή στην καριέρα και των δυο τους. Σε αντίθεση με άλλους δίσκους ανάλογων συνεργασιών, όπου η κοινή μουσική είναι αρκετά ομοιόμορφη, στο “Meshes Of Voice” είναι ξεκάθαροι οι χαρακτήρες και των δυο μουσικών. Άλλοτε παίρνει η ηνία η μια, άλλοτε η άλλη και άλλοτε τα δυο στυλ σχεδόν συγκρούονται στη μέση ενός κομματιού. Αν αυτό ακούγεται χαοτικό και χωρίς νόημα, με κάποιο ανεξήγητο τρόπο, έχουν καταφέρει όχι μόνο να μπορούν να αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους, αλλά και να γράψουν ένα δίσκο ο οποίος ακούγεται ως ένα ενιαίο σύνολο μονομιάς. Ακούς την εκφραστικότητα της Susanna, τον παιχνιδιάρικο θόρυβο της Hval και τελικά ακούς κάτι καινούριο και μοναδικό και μάλλον αυτό είναι και το μεγαλύτερο στοίχημα που κερδίζει ο δίσκος. Τα επαναλαμβάνουμε συχνά πυκνά, στη Νορβηγία ρίχνουν μουσική στο φαγητό των ανθρώπων.

Τα #12

•9 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a2900791121_10

Amirtha Kidambi & The Elder Ones – “From Untruth”

Δεύτερη χρονιά με παρουσία της Amirtha Kidambi στη λίστα, μετά την περσινή συμμετοχή της στο “Code Girl” της Mary Halvorson, όπου την έμαθαν και οι περισσότεροι υποθέτω. Εδώ πλέον έρχεται με τον δεύτερο δίσκο της δικιάς της μπάντας, των Elder Ones σε ακόμα πιο free form κατευθύνσεις. Έχω την εντύπωση, χωρίς να είμαι μεγάλος γνώστης της σκηνής, ότι η free jazz τα τελευταία χρόνια περνάει μια νέα χρυσή εποχή, κυρίως γιατί πολλοί νέοι μουσικοί την έχουν μπολιάσει με διάφορα (όχι πάντα αναμενόμενα) στοιχεία και το δέντρο έχει πετάξει πάμπολλα νέα κλαδιά. Στο “Untruth” προφανώς πρώτο λόγο έχει η εντυπωσιακή φωνή (σε εύρος, δεξιοτεχνία και ένταση) της Kidambi, είτε τραγουδώντας, είτε αυτοσχεδιάζοντας. Οι υπόλοιποι τρεις του γκρουπ (σαξόφωνο, μπάσο, ντραμς) ακολουθούν στις περιπέτειες με περισσή όρεξη και ικανότητα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω στα drums του Maxx Jaffe γιατί αλλάζει τρομερά άνετα από αργά σημεία σε αυτοσχεδιαστικά ξεσπάσματα, κρατώντας αριστοτεχνικά όλο το υπόλοιπο γκρουπ σε μια σταθερή πορεία με τους ρυθμούς του. Ένα από τα πολύ θετικά σημεία όλου αυτού του νέου ρεύματος στην jazz είναι ότι οι μπάντες, τουλάχιστον στα αυτιά μου, καταφέρνουν να είναι περιπετειώδεις, χωρίς να είναι εντελώς απρόσιτες όπως μεγάλο μέρος του λεγόμενου “avant-garde” (βάλτε όσα εισαγωγικά θέλετε). Να βρούμε και ένα φεστιβάλ τώρα, να τους δούμε μαζεμένους.

 

R-4224149-1359020090-1283.jpeg

Fire! Orchestra – “Exit” (2013)

Νομίζω ότι ακόμα και για όσους γνώριζαν τους Fire!, η εμφάνιση των Fire! Orchestra, του 28-μελούς group που δημιούργησαν οι Gustafsson/Berthling/Werliin ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Ένα τεράστιο σχήμα που καταφέρνει σχεδόν ταυτόχρονα να αυτοσχεδιάζει, να groove-άρει και να δημιουργεί ένα σύνολο μέσα από ένα φαινομενικό χάος, είναι κάτι που θέλει μπόλικο ταλέντο. Θα ακούσει κανείς εδώ κυρίως free jazz, αλλά και αρκετό kraut/progressive rock, ελαφρώς μαξιμαλιστικό αλλά καθόλου πομπώδες με δυο εκπληκτικές τραγουδίστριες (τη Mariam Wallentin και την Sofia Jernberg) μπροστά από την ορχήστρα να τραγουδούν/απαγγέλουν/φωνάζουν τους στίχους του Arnold De Boer των Ex. 28 νοματαίοι περικλείουν μεγάλα ποσά ενέργειες που άλλοτε φαίνεται να τη συγκρατούν με δυσκολία και άλλοτε την εκλύουν με απογειωτικά αποτελέσματα. Έχοντας δει και μπόλικα βίντεο από live εμφανίσεις τους, το αποτέλεσμα μοιάζει με μια ατελείωτη έκρηξη μουσικής (πλέον είναι σίγουρα μέσα στο top 5 συγκροτημάτων που θα ήθελα να δω live). Και αν οι περισσότεροι αναφέρουν ως επιρροές τον Ornette Coleman και την Carla Bley (και έχουν απόλυτο δίκιο εδώ που τα λέμε), αλλά στα αυτιά μου, το “Exit” ακούγεται σχεδόν εξίσου ως ένα rock έργο. Και χωρίς πρόθεση ταιριαστό με το άλλο 12.

Τα #13

•8 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

telefon_dreams

Telefon Tel Aviv – “Dreams Are Not Enough”

Όσο προχωρούν και οι δυο φετινές λίστες, τόσο συνειδητοποιώ πόσο χάλια ήταν για πολύ κόσμο αυτή η δεκαετία και ειδικά το δεύτερο μισό της. Οι Telefon Tel Aviv είχαν εξαφανιστεί για μια δεκαετία ως μουσική οντότητα, μετά το θάνατο του ενός εκ των δυο μελών, του Charlie Cooper. Στο ενδιάμεσο, ο έτερος, o Joshua Eustis, πέρασε και διάφορα άλλα, κυκλοφόρησε κάποια διαφορετικά project σε άλλα στυλ, αλλά οι Telefon Tel Aviv μπήκαν στο συρτάρι. Στο “Dreams Are Not Enough” (γλαφυρότατος τίτλος), η πρότερη μελαγχολία τους (του, πάντα μπερδεύομαι με τον αριθμό που πρέπει να χρησιμοποιώ) συμπυκνώνεται σε μια απόλυτη μαυρίλα (ειδικά σε κομμάτια όπως το “not seeing”). Η μουσική παραμένει εκείνο το υβρίδιο μεταξύ της αρρυθμίας του glitch και της μελωδίας της (σχεδόν pop) electronica, αλλά εδώ όλα είναι πιο αργά, πιο αποδομημένα, πιο χαμηλόφωνα. Ακόμα και τα πιο ρυθμικά σημεία ακούγονται περίεργα αποστασιοποιημένα από οποιαδήποτε ξεσηκωτική διάθεση. Ακολουθώντας την ροή των τίτλων του (που σχηματίζουν ένα σύντομο ποίημα ουστιαστικά), και τα κομμάτια του ρέουν το ένα μέσα στο άλλο, δίνοντάς την αίσθηση ότι όλος ο δίσκος είναι μια ενιαία σουίτα. Όπως καταλαβαίνουμε όλοι, φέτος έχουμε μπόλικες επιλογές όταν θέλουμε να μαυρίσει η ψυχούλα μας. Ευτυχώς που το μας έρχεται τόσο αυθόρμητα αυτό.

 

Push-The-Sky-Away-1-1024x1024

Nick Cave & The Bad Seeds – “Push The Sky Away” (2013)

Είμαι ξεκάθαρα, και εντελώς απενοχοποιημένα, πολύ όψιμος ακροατής του Nick Cave. Και όσο και αν εκτιμώ τα κλασσικά του αριστουργήματα, η καρδούλα μου είναι σίγουρα χαρισμένη στην μετά “Nocturama” περίοδο (την οποία αναγνωρίζω σίγουρα ως άνιση) και, κυρίως, στους τρεις τελευταίους δίσκους. Η εύκολη (και ακριβής) σύνδεση είναι ότι όσο μεγάλωνε η επιρροή του Warren Ellis στο σχήμα, τόσο πιο κοντά σε μένα ερχόταν η μουσική. Στην τριλογία “Push The Sky Away”/”Skeleton Tree”/”Ghosteen”, ο χαρακτήρας του Ellis φαίνεται να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής και το πρώτο εκ των τριών συνεχίζω να το θεωρώ τον καλύτερο δίσκο του. Είναι ο πρώτος δίσκος που οι Bad Seeds αγκαλιάζουν τόσο ολοκληρωτικά τον μινιμαλισμό, καταλήγοντας σε λιτές μεν, υπέροχα δουλεμένες δε συνθέσεις, με αποκορύφωμα τον κλείσιμο του album με το ομώνυμο κομμάτι (το οποίο ήταν και μια συγκλονιστική live στιγμή στην εδώ συναυλία). Το ίδιο και η ερμηνεία του Cave, καταφέρνει να είναι συναισθηματική αλλά και πολύ συγκρατημένη, ακόμα και όταν τον πιάνουν οι συνηθισμένες πνευματικές του ανησυχίες. Στα μπόνους ότι μου έμαθε και την Gwendolyn Brooks.

Τα #14

•7 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

lostwisdom

Mount Eerie/Julie Doiron – «Lost Wisdom, Pt. 2»

Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει καταφέρει να ακούσει ολόκληρο το “A Crow Looked At Me” με την πρώτη. Το “Now Only” ήταν ελάχιστα λιγότερο οδυνηρό, αλλά και τα δυο σε έκαναν σχεδόν να νιώθεις άσχημα που έχει δημιουργηθεί τέτοια μουσική εξαιτίας ενός θανάτου. Όπως φαίνεται, τον Phil τον Elverum δεν τον θέλει καθόλου η τύχη την τελευταία πενταετία, αφού η νέα, δεύτερη συνεργασία του με την Julie Doiron είναι ένα album χωρισμού, αυτή η παραδοσιακά ιστορική κατηγορία δίσκων που έχει βγάλει τεράστιες δημιουργίες. Το “Lost Wisdom” είναι τρομερά καλογραμμένος δίσκος, λιγότερο ωμός από την μαυρίλα των δυο προηγούμενων, κάπως πιο ποιητικός, πιο «μουσικός» και, αν και πάλι, έντονα δραματικός, βοηθιέται και από την παρουσία της Doiron ως ένα στήριγμα για την διάλυση που πάλι περνάει ο Elverum. H δισκογραφία του Elverum ως Mount Eerie έχει μπόλικα αριστουργήματα, αλλά τα τελευταία έχουν μια επιπλέον βαρύτητα λόγω της ψυχικής κατάστασης του δημιουργού τους. Δεν ξέρω αν η μουσική δημιουργία βοηθάει στην κάθαρση, πραγματικά το ελπίζω, γιατί του πήγε πραγματικά χάλια αυτή η περίοδος. Είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση τα break-up τραγούδια, ακόμα και ως ακροατής αντιμετωπίζεις διαφορετικά τη μουσική σε μια τέτοια φάση της ζωής σου και ο Elverum αποδεικνύει πάλι ότι δημιουργεί κοσμήματα μέσα από αυτή τη σκοτεινιά.

 

MotorpsychoAndStaleStorlokken-DeathDefyingUnicorn_grande

Motorpsycho and Ståle Storløkken – The Death Defying Unicorn (2012)

Ήταν σίγουρο ότι η δεκαετία θα είχε Motorpsycho μέσα, έπεσε πολλή σκέψη για το ποιος δίσκος θα έμπαινε τελικά και η επιλογή ήταν αρκετά δύσκολη. Κατέληξα (με μια μικρή έκπληξη) στο “Death Defying Unicorn” γιατί δεν είναι πολλές οι φορές που κάτι τόσο μαξιμαλιστικό με έχει κερδίσει τόσο ολοκληρωτικά. Ο δίσκος είναι γιγάντιος σχεδόν από κάθε άποψη. Ξεκάθαρα από τις πιο prog δουλειές τους, μεγάλος σε διάρκεια, πλούσιες ενορχηστρώσεις, ενέργεια που ξεχειλίζει σε κάθε κομμάτι, πολλοί συμμετέχοντες και πολλαπλά στυλ να εναλλάσσονται κατά τη διάρκειά του. Δεν θα κρύψω και μια μικρή έκπληξη ως προς τη συμμετοχή του Storløkken, οι δουλειές του οποίου ως Supersilent είναι ίσως το ακριβώς αντίθετο από αυτά που συμβαίνουν στο “Death Defying Unicorn”. Η λέξη δεν μου πολυαρέσει, αλλά δεν μπορώ να βρω κάποιο επίθετο πιο ταιριαστό από το «επικός», τόσο σε σύλληψη όσο και σε εκτέλεση. Φυσικά είναι και concept ο δίσκος, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει. Σε μια δισκογραφικά πλούσια δεκαετία για τη μπάντα, το “Death Defying Unicorn” ξεχωρίζει τόσο ποιοτικά όσο και χαρακτήρα (αν και τα “Heavy Metal Fruit” και “Still Life With The Eggplant” δεν υπολείπονται). Και για μια φορά ήμασταν αρκετά τυχεροί ώστε να τους δούμε και live. Αργήσαμε, μπορώ να πω, μέχρι να εμφανιστούν οι πρώτοι Νορβηγοί στη λίστα.

Τα #15

•6 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

korwar

Sarathy Korwar – “More Arriving”

Για διάφορους λόγους, το “More Arriving” το έχω στο μυαλό μου ως το μικρό αδερφάκι του “Holiday Destination” της Nadine Shah. Αν και μουσικά δεν υπάρχει καμιά σύνδεση, μπορούν να γίνουν αναλογίες τόσο για το στιχουργικό περιεχόμενό τους, όσο και για το background των δημιουργών τους. Ο Sarathy Korwar είναι Άγγλος με ινδική καταγωγή, τα drums και η tabla είναι τα όργανά του, η jazz και η ινδική κλασσική μουσική το παρελθόν του και ο προβληματισμός για την σύγχρονη εποχή μάλλον μεγάλο βάρος στο κεφάλι του. Πριν το “More Arriving” δεν είχα ακούσει κάτι άλλο δικό του και ακόμα και τώρα θα πω ότι o δίσκος αυτός είναι πολλά άλματα μπροστά σε σχέση με τα προηγούμενα. Θεματολογικά όπως είπα, είναι αρκετά κοντά στο Holiday Destination σε έναν συνεχές συλλογισμό για όλα τα στραβά των τελευταίων χρόνων, αλλά εδώ ο λόγος είναι πιο υπόγεια ειρωνικός, πιο αφηρημένος αλλά τρομερά δυνατός στο να μεταδώσει όλα αυτά που απασχολούν τους συγγραφείς του. Η μουσική μια μίξη jazz, hip hop και ινδικής κλασσικής μουσικής, βαθιά ρυθμική, αρκετά ιδιότροπη, και εντυπωσιακά γοητευτική για κάποιον που δεν πολυαντέχει την ινδική μουσική όπως εγώ. Είναι μεγάλη απόδειξη της σοβαρότητας του Korwar ότι τα έχει συνδυάσει τόσο πετυχημένα και ενώ διατηρεί ένα εμφανές χιουμορ δεν καταλήγει σε καρικατούρα. Στα τραγούδια της χρονιάς φυσικά το “Bol” και το πιο ωραίο σφάξιμο με βαμβάκι οι στίχοι του.

 

a2454647473_10

Clara Engel – “The Bethlehem Tapes” (2010)

Ίσως θα γίνω λίγο άδικος, αλλά θα πω ότι για μένα η καλύτερη μουσική στιγμή του Aidan Baker είναι ότι με το “Already Drowning” μου αποκάλυψε την ύπαρξη της Clara Engel. Υπάρχουν κάποιοι μουσικοί που από την πρώτη στιγμή σου κάνουν απόλυτα κλικ, ταιριάζουν τόσο πολύ με τα γούστα σου που δεν γίνεται να μην είναι έρωτας από την πρώτη ακρόαση. Η Engel είναι μια τέτοια περίπτωση και θα μπορούσα να βάλω διάφορες κυκλοφορίες εδώ, αλλά η επιλογή του “Bethlehem Tapes” είναι σε μεγάλο βαθμό συναισθηματική, καθώς ήταν το πρώτο που άκουσα και ακόμα το θεωρώ από τις καλύτερες δουλειές της. Αρκετές φορές η lo-fi αισθητική και προσέγγιση στην ηχογράφηση είναι μεγάλο προσόν και λίγους έχω ακούσει να το κάνουν καλύτερα από την Engel. Τα τραγούδια είναι πλήρως βασισμένα στην κιθάρα της και στη φωνή της, με ελάχιστες άλλες ηχητικές πινελιές και μεταφέρουν μια αφοπλιστική αμεσότητα ακόμα και όταν οι ιστορίες τους είναι αρκούντως φανταστικές. Πολυγραφότατη, με λιγότερο ή περισσότερο ολοκληρωμένες κυκλοφορίες, αλλά και με μια σπάνια φωνή για να διηγείται αυτές τις περίεργες, γοτθικές ιστορίες που συχνά συνοδεύει με τα σκίτσα της. Είναι ιδιαίτερα ταιριαστό ότι το “Bethlehem Tapes” κυκλοφόρησε μόνο σε κασέτα, ίσως μια ακόμα ωδή στην απλότητα. Επίσης (αν και δεν περιέχεται εδώ), όλοι πρέπει να βρουν να ακούσουν τη διασκευή της στο “Fire Of The Mind” των Coil.

Τα #16

•5 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a3452415368_10

Zamilska – «Uncovered»

Είχα μπόλικα χρόνια να ενθουσιαστώ με industrial ή techno ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. To “Uncovered” το διόρθωσε περίτρανα αυτό και χωρίς να έχω καμιά πρότερη ιδέα για το ποια είναι η Natalia Zamilska. Τούτη την δεκαετία η Πολωνία έχει δημιουργήσει σημαντική σκηνή στον ευρύτερο ηλεκτρονικό ήχο (δεν είναι τυχαία άλλωστε και η επιτυχία του Unsound), αλλά οι επαφές μου μαζί της ήταν σε άλλα υπο-είδη (sub-genres για τους Ευρωπαίους ανάμεσά μας). Νομίζω ότι η μια λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει το “Uncovered” είναι το «βαράει». Δεν είναι ότι φτάνει μέχρι το όριο των power electronics ακριβώς, αλλά τα beat της δεν μπορεί να τα θεωρήσεις κάτι άλλο industrial και ιδιαιτέρως θορυβώδη σε σημεία. Αυτό δεν το κάνει να χάνει σε τίποτα από τη χορευτικότητά του (sic), έστω και αν το club που παίζει είναι κάπως πιο σκοτεινό και κλειστοφοβικό από τα συνηθισμένα. Βοηθάει και η ευρεία χρήση φωνητικών να γίνει πιο άμεσος ο δίσκος, αλλά την ίδια στιγμή αυτό το χτίσιμο με πολλαπλά επίπεδα που χρησιμοποιεί η Zamilska τον κάνει να χρειάζεται επαναλαμβανόμενες ακροάσεις για να τον εκτιμήσεις πλήρως. Όχι ακριβώς ευχάριστο άκουσμα, αλλά παράξενα ξεσηκωτικό και με μια ατμόσφαιρα που θα θυμίσει λίγο εκείνο το ωραίο industrial των 80s/early 90s.

 

a0468687667_16

Jasper TX – «The Black Sun Transmissions» (2011)

Χωρίς κάποιο ιδιαίτερο σχέδιο, καταλήξαμε στη θέση 16 να ασχολούμαστε με το θόρυβο και στις δυο κυκλοφορίες. Βέβαια, βρίσκονται σε αντιδιαμετρικά σημεία μουσικά, καθώς το album της Zamilska χαρακτηρίζεται από το ρυθμό, ενώ το “Black Sun Transmissions” του Dag Rosenqvist (όταν ήταν ακόμα Jasper TX) η απουσία του ρυθμού είναι πλήρης. Εδώ ο θόρυβος είναι ενίοτε κατάληξη της μελωδίας, ενίοτε αντίθεση της μελωδίας και ενίοτε κάλυψη της μελωδίας. Σε κάθε περίπτωση είναι από τις πιο αριστοτεχνικές χρήσεις του που έχω συναντήσει μπροστά μου. Το “The Black Sun Transmissions” είναι συγκλονιστικά συναισθηματικός δίσκος, ακόμα και στις άγριες στιγμές του και περιέχει μπόλικα σημεία άξια ανατριχίλας. Αν καταπιάνεται κάποιος με τον ευρύτερο ambient χώρο, ο Rosenqvist είναι σίγουρα από τους αξιολογότερους εκπροσώπους και, κατά τη γνώμη μου, το “Black Sun” είναι η κορυφαία του στιγμή, γιατί είναι και μελωδικό, και θορυβώδες και σιωπηλό και, εν τέλει, είναι τόσο αριστοτεχνικά δημιουργημένο που καταλήγει πολλές φορές μέσα στη διάρκειά του υπερβατικό. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μαυρίσαμε αρκετά στο 16.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε