The End, Svårmod Och Vemod Är Värdesinnen, #12

a4255396134_10

Όταν το καλοκαίρι άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου οι δημοσιεύσεις για το δίσκο των The End, το μυαλό μου πήγε στους Καναδούς της Relapse, λέω που εμφανίστηκαν πάλι αυτοί και δεν ασχολήθηκα άμεσα. Μετά από λίγο καιρό, είδα περισσότερες αναφορές, σκανδιναβικό τίτλο, μπήκα να δω τι είναι, πρώτο όνομα Mats Gustafsson, δεύτερο όνομα Kjetil Møster, τρίτο όνομα Sofia Jernberg, παύση, συγκίνηση, βρήκαμε δίσκο να αγαπήσουμε. Την Jernberg την έμαθα (όπως οι περισσότεροι φαντάζομαι) με τους Fire! Orchestra (του Gustafsson επίσης για όσους δεν έτυχε να τους έχουν συναντήσει), την αγάπησα και άρχισα να ψάχνω που αλλού έχει συμμετάσχει (όχι σε πολλά πράγματα όπως αποδείχτηκε, δυστυχώς). Το project συμπληρώνεται από τους Anders Hanna και Greg Saunier (των Deerhoof σε μια παρουσία ελαφρώς έκπληξη), αλλά θα ομολογήσω ότι όντας σε δίλημμα αν θα συμπεριλάβω στη λίστα αυτό ή το «The Hands» των Fire!, ο λόγος που η πλάστιγγα έκλινε προς τους The End ήταν η παρουσία της Jernberg.

O Gustafsson γενικά δεν φημίζεται για την πολύ ευγενική προσέγγιση προς τη μουσική, κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και στο «Svårmod…». Møster και Gustafsson δίνουν μεγάλη ένταση και μπόλικη επιθετικότητα στους ημι-αυτοσχεδιασμούς των σαξοφώνων τους (δεν είναι πολύ περίεργο ότι τα ελάχιστα ήρεμα σημεία του δίσκου κυριαρχούνται μόνο από τους ψιθύρους της Jernberg και την απλωμένα διακριτική παρουσία του Saunier), ενώ η βαρύτονη κιθάρα του Hanna αναπληρώνει την (παράδοξη) απουσία του μπάσου σε jazz σχήμα. Βέβαια για κάποιο λόγο η παρουσία του είναι πιο διακριτική από των υπόλοιπων, με την εξαίρεση του (σχεδόν rock) «Vemod» που βγαίνει μπροστά. Αν ήθελε κάποιος να σχηματοποίηση τους ρόλους του συγκροτήματος, η κορυφή θα ταν σίγουρα η ερμηνεία της Jernber, με τους δυο σαξοφωνίστες πίσω της να αυτοσχεδιάζουν αρκούντως φωνακλάδικα και το ιδιόμορφο rhythm-section να διαμορφώνει τη βάση του οικοδομήματος. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα κομμάτι ως αυτό που περιγράφη καλύτερα τη φύση των The End, αυτό λογικά θα ήταν το «Don’t Wait» (ίσως και ό,τι πιο κοντινό σε μια απογυμνωμένη εκδοχή των Fire! Orchestra), που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα στοιχεία που ξεδιπλώνουν την (αυτοσχεδιαστική) ομορφιά τους.

Η free jazz στις μυριάδες ενσαρκώσεις της είναι, στην καλύτερη, περίεργη περίπτωση. Αναλόγως τον καλλιτέχνη, αλλά, πιστεύω ακράδαντα, και την νοητική διάθεση του ακροατή την ώρα της ακρόασης, μπορεί να αντιμετωπισθεί από επαναστατικά υπερβατική μέχρι ανούσια ακατανόητη, με πολλά ενδιάμεσα επίπεδα. Είναι λεπτές οι ισορροπίες ανάμεσα στους αυτοσχεδιαστικούς διαλόγους μεταξύ των μουσικών και στο βαράμε στο γάμο του avant-garde καραγκιόζη. Εξάλλου λίγες παγίδες είναι τόσο ύπουλες όσο η έννοια του εξπεριμενταλαβανγκαρντ. Ο Gustafsson έχει ένα ξεχωριστά προσωπικό στυλ που παραμένει ευδιάκριτο σε όλες τις δουλειές του και η σφραγίδα του κυριαρχεί και στο «Svårmod…», δίσκος που  η ποιότητά του μοιάζει ακόμα πιο εντυπωσιακή, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ηχρογραφήθηκε μετά από μόλις 3 συναυλίες που συνυπήρξαν οι πέντε μουσική μαζί. Μένει να δούμε αν το project είναι για μια φορά ή θα χει και συνέχεια. Ελπίζω να μην παραγκωνίσει τους Fire! Orchestra βέβαια.

~ από KsDms στο Δεκέμβριος 9, 2018.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: