Είναι Τρίτη απόγευμα, έχω βαρεθεί κάπως τους λοβούς Roche, ο άλλος με απειλεί πως θα βάλει φωτογραφίες του νέου καναπέ του και ο Baines θα πάει λέει στην United.
Με πρόσχημα τα παραπάνω:
..εμείς το Σάββατο θα παίξουμε στο Σπιρτόκουτο, στα αλήθεια αυτή τη φορά:
*δεν ξέρω τι θα παίξουμε, αλλά θα είναι ωραία
Με αφορμή αυτά, ακολουθεί διατύπωση θεωρήματος ή τελοσπάντων γεγονότος #1
“..κάθε φορά που οι Demdike Stare θα βγάζουν υπερβολικά καλούς δίσκους, εμείς δεν θα τους προλαβαίνουμε και μετα θα τους ακούμε και θα εκνευριζόμαστε“
Κοιτάω το post που έγραψα πριν ακριβώς ένα χρόνο και συνειδητοποιώ ότι θα μπορούσα να το κάνω αντιγράψω εδώ, αλλάζοντας δυο τρία album, και να ταιριάζει απόλυτα με την ατμόσφαιρα. Φθινοπωρινές ημέρες στα μέσα Μαϊου; Check! Πολυήμερη αποχή από το blog; Check! Έλλειψη διάθεσης; Check! Αποχή από τις αγορές μουσικής; Check! Τελικά ίσως θα πρέπει να σταματήσουμε να προβληματιζόμαστε, να φτιάξουμε ένα script που θα ξαναποστάρει τυχαία παλιότερα post και η φλόγα θα κρατιέται ζωντανή. Βέβαια για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι όλα ακριβώς ίδια σε σχέση με ένα χρόνο πριν. Φέτος συνδυάζουμε περισσότερο τα βροχερά ανοιξιάτικα πρωινά μας με το BBC 6, που αυτό το μήνα γιορτάζει το γραπτό λόγο, εμείς στηρίζουμε ανεπιφύλακτα και ας παίζει Kaiser Chiefs αυτή τη στιγμή. Υπάρχουν και άλλες πιο ουσιαστικές διαφορές βέβαια, ειδικά σε αυτό το τσίρκο που ονομάζουμε Ελλάδα, αλλά ας μην χαλάσουμε το Σαββατιάτικο πρωινό μας επαναλαμβάνοντας συζητήσεις που γίνονται καθημερινά σε κάθε κομμάτι της ημέρας μας χωρίς να καταλήγουμε σε κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα. Παραμένουμε μόνο στο ότι 17 Ιουνίου πάλι πίτσες και μπύρες και βλέπουμε.
Πέρα από όλα αυτά έχουμε και πάρα πολύ καιρό να μιλήσουμε για μουσική. Ρίχνοντας μια ματιά μόνο στις κυκλοφορίες του τελευταίου διμήνου, συνειδητοποιώ ότι και φέτος γίνεται ένας μικρός πανικός από πράγματα που θέλουμε πολύ να ακούσουμε και, ευτυχώς, μέχρι στιγμής οι απογοητεύσεις είναι μηδαμινές. Θα υπάρξω ρεαλιστής και θα παραδεχτώ ότι δεν πρόκειται να καταφέρουμε να αναφερθούμε αναλυτικά σε όλα αυτά τα ωραία που ακούσαμε και απολαύσαμε και θα μας προβληματίσουν στο τέλος της χρονιάς για το τι θα μπει στη λίστα και τι θα μείνει απέξω και ποιους αδικήσαμε και όλα αυτά τα ανούσια πράγματα που κανουν τη ζωή μας πιο ευχάριστη. Χαζεύω τώρα τη λίστα με τα τελευταία πράγματα που έχω ακούσει και πραγματικά δεν ξέρω από που να αρχίσω και που να τελειώσω. Καινούρια album από Sun Kil Moon (“Among The Leaves” – διπλό μάλιστα), Hildur Gudnadottir (“Leyfdu Ljosinu”), το Comus (“Out of The Coma”) για το οποίο με έπρηζε ο Μανώλης και είχε απόλυτο δίκιο, Helios (“Moiety”), το εκπληκτικό νέο Strings Of Consciousness (“From Beyond Love” – με συμμετοχή Lydia Lunch παρακαλώ), Mount Eerie (“Clear Moon”), Alexander Tucker (“Third Mouth”), συνεργασία της Susanna με την Giovanna Pesi (“If Grief Could Wait”), Bersarin Quartett (“II”), το album των Infinite Light ltd (συνεργασία των Nathan Amundson (aka Rivulets), Aidan Baker (of Nadja, Whisper Room, ARC) και Mat Sweet (aka Boduf Songs)), James Blackshaw (“Love Is The Plan, The Plan Is Death”) και αυτά είναι μόνο κάποια από τα highlights. H ημι-έκπληξη της εποχής είναι το “Bending Bridges” του Mary Halvorson Quintet. Τη Halvorson πάντα τη συμπαθούσα αρκετά αλλά αυτό το album είναι πραγματικά πανέμορφο, κυρίως επειδή χρειαζόμασταν λίγη ακόμα jazz να κάνει παρέα στο “301″ που αναφέρθηκε δυο post πιο κάτω.
Δυστυχώς στους υπόλοιπους τομείς τα πράγματα δεν είναι και στην καλύτερη φάση τους, με αποτέλεσμα αυτό το τελευταίο δίμηνο να είναι εκνευριστικά κουραστικό. Ακόμα πιο δυστυχώς η κατάσταση εδώ πέρα δεν βοηθάει σε ριζικές αλλαγές που μπορεί να δώσουν μια αναγκαία ανανέωση σε μια ελαφρώς λιμνάζουσα κατάσταση. Η ειρωνική στιγμή της ημέρας; Να ακούς από έναν βρετανικό σταθμό, ενώ είσαι στην Ελλάδα όπου βρέχει και κάνει αρκετή ψύχρα, το “Feel Good Hit Of The Summer” των Queens Of The Stone Age”. Το οποίο συνειδητοποιώ ότι έχω πολύ καιρό να ακούσω. Ευκαιρία τώρα που έχει υπάρξει η ανακατανομή της δισκοθήκης να ξεθάψουμε μερικά από τα σκονισμένα cd της μετεφηβικής μας περιόδου. Φέτος η ταφόπλακα στα 20s έπεσε από την υπενθύμιση της φορολογίας ότι τελευταία φορά θεωρούμαστε μικρά παιδιά και μας κάνουν τη χάρη να μας αφήσουν πιο χαλαρά. Από του χρόνου, μόνο ωριμότητα και τρέξιμο. Το καλοκαίρι έρχεται χαρωπά, ηρεμία πριν τον Αύγουστο δεν προβλέπεται, πλάνα για διακοπές δεν υπάρχουν, το album με τις διασκευές των Ulver δεν το έχω ακούσει ακόμα, ενώ αναριωτιέμαι τι ακριβώς θα κυκλοφορήσει στη συνέχεια.
Μέχρι να αποφασίσουμε αν θα επιστρέψουμε στη δραχμή ή αν η Χρυσή Αυγή θα σώσει τη χώρα:
‘ This is how I commemorate my return to the Kingdom of the Single: I sit down in my chair, the one that will stay here with me, and pick bits of the stuffing out of the arm; I light a cigarette, even though it is still early and I don’t really feel like one, simply because I am now free to smoke in the flat whenever I want, without rows; I wonder whether I have already met the next person I will sleep with, or whether it will be someone currently unknown to me; I wonder what she looks like, and whether we’ll do it here, or at her place, and what that place will be like; I decide to have a Chess Records logo painted on the sitting room wall. (There was a shop in Camden that had them all, Chess, Stax, Motown, Trojan, stenciled onto the brickwork beside the entrance, and it looked brilliant. Maybe I could get hold of the guy who did that and ask him to do smaller versions here.) I feel OK. I feel good. I go to work. ‘
Τον Donald “Duck” Dunn θυμάμαι να τον μαθαίνω από μία συνέντευξη του Jeff Ament. Ο αγαπημένος μου μπασίστας εκεί έξω τον ανέφερε ως τον αγαπημένο του μπασίστα εκεί έξω. Σημείωσα το όνομα κάπου και επειδή εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε dsl στα σπίτια μας (έλα ρε παλιέ!..) πήγα στο Metropolis του Πειραιά (άλλο ένα rip και ‘δω) που τότε βρίσκονταν στο ισόγειο του Λαμπρόπουλου και ρώτησα τον πρώτο τύπο που είδα μπροστά μου. Εκείνος δεν τον ήξερε, ρώτησε ένα δεύτερο, ούτε αυτός, μαζί οι δυο τους βρήκαν έναν τρίτο, να μην τα πολυλογώ φάγαμε κάμποση ώρα μέχρι που βρέθηκε εκείνος ο ήρωας που τον ήξερε, έβαλε ένα σιντί να παίζει και μου λέει “να, παίζει μπάσο εδώ”. Και το παράξενο ήταν ότι και εγώ τον ήξερα τον Duck Dunn κατά κάποιο τρόπο αφού αυτή η μελωδία του “Green Onions” είναι τόσο φανταστική και κολλητική και πασίγνωστη που δεν την ξεχνάς εύκολα.
Δίνουμε βάση στη σατανική μπασαδούρα από το μακρινό διάστημα.
Αγόρασα μια φτηνή συλλογή της Stax και έφυγα. Ούτε που ξέρω που μπορεί να βρίσκεται αυτό το cd τώρα, ξέρω όμως ότι ήταν η αφορμή για να γνωρίσω τη Stax, μετά τη Motown, μετά την Blue Note, το Stevie, τις Marvelettes και περίπου όλη τη μαύρη μουσική που ξέρω και αγαπώ τώρα, κοτζάμ μαντράχαλος. O Duck Dunn ήταν στο αυθεντικό lineup των Blues Brothers ενώ συνεργάστηκε με τον Otis Redding, τον Isaac Hayes, και χίλιους δυο άλλου αφού υπήρξε session μπασίστας της Stax και με αυτή του την ιδιότητα περίπου όρισε αυτόν τον πολύ χαρακτηριστικό ήχο της. Κατά προέκταση, περίπου όρισε και την έννοια του groove όπως την έχω στο μυαλό μου.
Τα σιχαίνομαι τα “rip” και όλα αυτά τα κενά σχόλια αλλά γαμώτο, rest in peace κύριε Dunn.
“είχαμε γράψει τόσες μέρες δέκα με δεκαπέντε ολοκαίνουρια ποστ με τραγούδια και κείμενα και δίσκους και βιβλία και ύστερα ήρθαν τούρκοι πράκτορες (λογικά) και τα έσβησαν όλα, πουνασουλέω, χαμός”
ακολουθεί αλήθεια:
εκπληκτικά πράγματα ο μακαρίτης και οι φίλοι του, παιδιά.
Σήμερα κατάφερα να τελειώσω το “This Is Your Brain In Music”. Ξέρω, δεν σας πολυενδιαφέρει και καλά κάνετε, αλλά για μένα ήταν ένας μίνι θριάμβος επιμονής, υπομονής και θέλησης. Και τούτες τις ζοφερές ημέρες οφείλουμε να απολαμβάνουμε τους θριάμβους μας όσο μικροί και αν είναι. Έχω εκφράσει και παλιότερα την άποψή μου για την ακαδημαϊκή προσέγγιση στη μουσική, με συγκινεί ελάχιστα και τις περισσότερες φορές με κουράζει αφόρητα. Το βιβλίο του Levitin είναι μια εκλαικευμένη επιστημονική διατριβή πάνω στην αλληλεπίδραση της μουσικής και του ανθρώπινου εγκεφάλου, περίπου στο πνεύμα των εκλαικευμένων επιστημονικών βιβλίων σε άλλα πεδία όπως της φυσικής (Stephen Hawking and co.) κλπ. Σου προσφέρει πολλές τεχνικές αναλύσεις με εύκολα και ευχάριστα, μεταφορικά παραδείγματα για ένα θέμα που, αν μη τι άλλο, σηκώνει απίστευτη συζήτηση. Ο Levitin (google-αρετε το βιογραφικό του) μοιάζει από όλες τις πλευρές, ο άνθρωπος, η καριέρα του οποίου ήταν καταδικασμένη να τον οδηγήσει σε αυτό το βιβλίο και θα πρέπει να ομολογήσω ότι έκανε αξιοζήλευτη δουλειά. Χρειάστηκε όμως απίστευτο πείσμα για να καταφέρω να υπερνικήσω την βαρεμάρα που ξεπηδούσε καθώς προχωρούσα τις σελίδες, περιδιαβαίνοντας ανάμεσα στην μουσικολογία και στην ψυχολογία και άλλες λέξεις που καταλήγουν σε -λογία. Που το έχασα; Μάλλον στο γεγονός ότι ο σκοπός του συγγραφέα δεν ήταν να εξηγήσει ή περιγράψει τα συναισθήματα που κυριαρχούν στην ενασχόλησή μας με τη μουσική, αλλά να περιγράψει μια φυσική διαδικασία κατά την οποία ο εγκέφαλός μας αναπτύσει συγκεκριμένα ερεθίσματα αναλόγως των ήχων που λαμβάνει. Ο μηχανικός μέσα μου θαυμάζει λίγο την αναλυτική σκέψη του Levitin, ο ακροατής μέσα μου δυσκολεύεται να κατανοήσει την αποδόμηση μιας σχέσης μόνο και μόνο για να περιγραφούν τα συστατικά της. Ίσως να μην μπόρεσα να μπω εγώ στο πνεύμα του βιβλίου, ίσως κάποιος άλλος να μπορούσε να γοητευτεί περισσότερο από τις εξηγήσεις του βιβλίου. Θα πω πάντως να κάνετε τον κόπο να το διαβάσετε, έχει ενδιαφέρον, έστω και αν είναι αρκετά χαοτικά κουραστικό σε σημεία. Τουλάχιστον για τους τεχνικά άσχετους όπως εγώ θα έρθετε σε επαφή με αρκετή χρήσιμη ορολογία.
Σε άλλες εξελίξεις, οι μουσικές περιπέτειες των ημερών κυριαρχούνται από τρεις κυρίες, δυο καινούρια album και ένα παλιότερο. H μεγαλύτερη έκπληξη/ευχαρίστηση/χαρά προήλθε από την ακρόαση του “Wild Geese”, του προ δυο ετών ντεμπουτου, της Haruko, μιας γιαπωνέζας (;) φολκο-τραγουδίστριας από τη Γερμανία (;). Με λίγα λόγια θα πω απλά ότι το χαμόγελο που δημιούργησαν οι πρώτες ακροάσεις του δίσκου μπορούσε να συγκριθεί μόνο τις αντίστοιχες του “The Saga Of Mayflower May” της Marissa Nadler μετά από το (δικαιολογημένα) συνεχές προμοσιον από τον φίλο Παύλο. Οι αναφορές στις internet-ικές περιγραφές πετάνε τα ονόματα των Alela Diane, Bonnie “Prince” Billy και (φυσικά) Joanna Newsom, εγώ θα πω ότι την προτιμώ σίγουρα από την πρώτη, ο δίσκος είναι σαφώς καλύτερος από τις περισσότερες τελευταίες προσπάθειες του δεύτερου και αν και λατρεύω το δεύτερο και το τρίτο album της τρίτης, θα πω ότι η γλυκιά αμεσότητα του “Wild Geese” μπορεί να το κάνει έναν εξαιρετικά όμορφο δίσκο στον οποίο θα βρείτε τον εαυτό σας να επιστρέφει αρκετά συχνά. Το “Young Man In America” της Anais Mitchell κινείται σε επιφανειακώς παρόμοια μονοπάτια, αλλά διατηρεί έναν πιο έντονα americana χαρακτηρα. Προφανώς νοσταλγικό, προφανώς μελαγχολικό έως και λυπημένο, προφανώς με όρεξη για διήγηση ιστοριών. Μπορείτε να τα θεωρήσετε και κλισέ όλα αυτά, αλλά το γεγονός είναι ότι τόσο το songwriting όσο και η χαρακτηριστικά όμορφη φωνή της Mitchell κάνουν το album να σε οδηγεί σχετικά εύκολα σε οράματα ίσιων δρόμων, ανοιχτών εκτάσεων και παρελθοντικών αναπολήσεων. Για να μην ξεχάσουμε εντελώς και το εξπεριμένταλ προφίλ μας θα αναφέρουμε ως τελευταίο δίσκο, το “Narrow” mini-album της Anja Plaschg, κατά κόσμον γνωσής ως Soap & Skin (πιθανότατα θα θυμάστε ότι το προ-προπέρσινο “Lovetune For Vacuum” είχε κάνει αρκετή αίσθηση). Θα παραδεχτώ είναι δεν έχω προλάβει ακόμα να το ακούσω τόσες φορές ώστε να μπορώ να μπω σε ιδιαίτερες αναλύσεις, αλλά η πρώτη αίσθησή μου μιλάει για τρομερά ωραίες καταστάσεις. Καλά, βέβαια μη νομίζετε ότι ο όρος εξπεριμένταλ ήταν ιδιαίτερα πραγματικός. Ή Anja δείχνει την προτίμησή της σε βασισμένες στο πιάνο συνθέσεις, μελωδικές, αλλά διανθισμένες με κάπως πιο εξωτικά μπαχαρικά που οδηγούν σε αποδοχή σε indie κύκλους. Αν θέλουμε να είμαστε λίγοτερο κυνικοί μπορούμε να πούμε ότι της δίνουν και ένα ξεχωριστό χαρακτήρα. Οποιαδήποτε και αν είναι η οπτική σας πάντως, παραμένει το γεγονός ότι το “Νarrow” είναι ένα album που θα σας κάνει καταπληκτική παρέα όταν θέλετε να μελαγχολήσετε γλυκά. Ή να γλυκάνετε μελαγχολικά τέλος πάντων.
Κάπου στα πεταχτά θυμάμαι να συμπάθησα το “Better Luck Next Life” των Royal Baths (το όνομα των οποίων είχα για κάποιο απροσδιόριστο λόγο συνδέσει στο μυαλό μου με μια αίσθηση αδιαφορίας) και το “Lagan Qord” των Terrors, αλλά και τα δυο θέλουν ακόμα το χρόνο τους, οπότε πιθανότατα θα επανέλθω στο άμεσο μέλλον σε αυτά. Θα αφήσω άλλον να μιλήσει για την επιστροφή από το πουθενά των When.
Κατά τ’ αλλα συνεχίστε να λέτε χρόνια πολλά στο BBC 6. Μια ακόμα θέση στο Dream Job Τοp 5 έκλεισε.
και τέλος πάντων καταλαβαίνω ότι οι ηλικιωμένοι ξεχνάνε εύκολα, αλλά αυτές οι διαφημίσεις για Lynyrd Skynyrd παίζουν από Γενάρη ρε παιδιά. 11 hours ago
Ακούω το καινούριο Soulsavers και θέλω να το βγάλω και να βραδιάσει και να βάλω το Violator. Και το λέω για καλό. 12 hours ago
Καλημέρα, ΣΥΝΧΑΡΗΤΗΡΙΑ αγόρι μου να πούμε. 2 days ago
Άκυρο το ηβέντ απόψε στο @Spirtokouto ένεκα ανωτέρας βίας. Ζητούμε συγνώμη. Δεν έχει πλέον και Νικολούλη τις Παρασκευές γαμώτο 4 days ago
* ένα ακόμα τουίτ να μην καταλάβει κανείς ότι επρόκειτο περί ειδεχθούς σπαμ και αντίο * 4 days ago